| γράφει ο Κρις
Χάρμαν Πριν από
κάνα-δυο χρόνια ο Πολ Φουτ έγραψε ένα άρθρο στον
Socialist Worker υποστηρίζοντας πως όσοι συμμετέχουν
στο αντιπολεμικό κίνημα πρέπει να ενταχθούν και
σε κάτι περισσότερο,μια πολιτική οργάνωση που
ασχολείται και με άλλα θέματα. Δεχθήκαμε δύο
γράμματα που ασκούσαν κριτική σ' αυτή την άποψη.
Ηταν από ανθρώπους που υποστήριζαν πως είχαν ήδη
μια τέτοια ευρύτερη οργάνωση, το εκλογικό ενιαίο
μέτωπο της Σοσιαλιστικής Συμμαχίας, και δεν
έβλεπαν κανένα λόγο να ανήκουν στο
Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα.
Η άποψή τους παρεξηγούσε την ανάγκη για ένα
επαναστατικό κόμμα. Τα ενιαία μέτωπα είναι
σημαντικά γιατί ενώνουν ανθρώπους που δεν είναι
πεισμένοι για την υπόθεση της επανάστασης με
ανθρώπους που είναι. Διαφωνούμε για το πώς θα
καταφέρουμε τον απώτατο στόχο -ή διαφωνούμε και
στο ποιος είναι αυτός ο στόχος. Ομως συμφωνούμε
σε συγκεκριμένες άμεσες δραστηριότητες που
αδυνατίζουν το κεφάλαιο και προωθούν τα
συμφέροντα των εκμεταλλευόμενων τάξεων. Κι έτσι,
μπορούμε να παλεύουμε μαζί, είτε πρόκειται για
την αντίσταση σε ένα βάρβαρο πόλεμο είτε για
την οικοδόμηση μιας αριστερής εκλογικής
συμμαχίας σαν αιχμή της αντιπολίτευσης στους
Νέους Εργατικούς.
Οι επαναστάτες σοσιαλιστές πρέπει να
ενθουσιάζονται με αυτή την ενωτική δράση. Ομως
υποστηρίζουμε πως χρειάζεται κάτι παραπάνω.
Θεωρούμε πως οι άρχουσες τάξης του πλανήτη δε θα
διστάσουν να κάνουν τα πάντα για να διαφυλάξουν
τη θέση τους. Σκότωσαν 200.000 ανθρώπους στον πόλεμο
του Κόλπου, στο Ιράκ, το
1991 και 40.000 το 2003 για να σιγουρέψουν τον έλεγχό
τους σε μια πρώτη ύλη στρατηγικής σημασίας. Το
παράδειγμα της Χιλής το 1973 και πολλές ακόμη
ανάλογες περιπτώσεις επιβεβαιώνουν την
κλασική άποψη ότι δεν θα παραιτηθούν
συγκαταβατικά από την εξουσία τους απλά και μόνο
για λίγα εκατομμύρια σταυρούς σε κάποια κομμάτια
χαρτί.
Μόνο ένα μαζικό κίνημα από τα κάτω που είναι
προετοιμασμένο να χρησιμοποιήσει βία σε
κρίσιμες στιγμές για να αντιπαλέψει τη δική τους
βία μπορεί να ανατρέψει τέτοιους ανθρώπους. Και
όσοι συμφωνούν σ' αυτό χρειάζεται να δίνουν τη
μάχη υπέρ αυτής της άποψης τώρα, να φέρνουν κόσμο
προς τα εμάς και να σχηματίζουν ένα οργανωμένο
δίκτυο ανθρώπων. Δεν χρειαζόμαστε απλά οργάνωση,
αλλά επαναστατική οργάνωση.
"Γιατί;" ρωτάνε κάποιοι. "Η επανάσταση
δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη πουθενά στη
Δυτική Ευρώπη ούτε στη Βόρεια Αμερική, πόσο
μάλλον στη Βρετανία. Οι άμεσες μάχες είναι
ενάντια
στον ιμπεριαλισμό και τον νεοφιλελευθερισμό".
Αυτή η οπτική χάνει κάτι πολύ σημαντικό. Το
ζήτημα 'μεταρρύθμιση ή επανάσταση;" δεν είναι
ζήτημα μόνο για το τι κάνουμε τη στιγμή που η
κρατική εξουσία ταλαντεύεται. Ουσιαστικά αφορά
αν μπορείς να καταφέρεις οποιαδήποτε αλλαγή.
Αυτοί που τάσσονται με το ρεφορμισμό, βλέπουν τις
μεταρρυθμίσεις να
έρχονται από τα πάνω, μέσα από άσκηση πίεσης σε
διάφορους θεσμούς της αστικής κοινωνίας. Κάποιες
φορές βλέπουν την πίεση να έρχεται μέσα από
ψήφους για το κοινοβούλιο, άλλες με μη-βίαιη
άμεση δράση, άλλες μέσα από τη δύναμη της κοινής
γνώμης, κάποιες φορές, σε χώρες του Τρίτου Κόσμου,
μέσα από τη διείσδυση στα ανώτερα στρώματα του
στρατού. Αντίθετα, οι επαναστάτες τονίζουν τη
δράση από τα κάτω, που σημαίνει απόρριψη κάθε
αυταπάτης για το ρόλο των υπαρχόντων θεσμών.
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις δεν πρέπει να
μπαίνουν εμπόδιο στην ενωτική δράση, καθώς
ξεκινάμε να χτίζουμε την αντίσταση σε διάφορες
εκφάνσεις του συστήματος. Αλλά συνήθως, κάποια
στιγμή φτάνουμε σε ένα σημείο, όπου οι
διαφορετικές προσεγγίσεις μεταφράζονται σε
διαμετρικά αντίθετες απόψεις για το τι πρέπει να
γίνει παρακάτω.
Στη διάρκεια της απεργίας των ανθρακωρύχων, το
1984-85, ολόκληρη η αριστερά ενωμένη υποστήριζε τους
ανθρακωρύχους. Αλλά στα μέσα της χρονιάς, άνοιξε
μια μεγάλη διαφωνία για το αν
πρέπει η απεργία να φτάσει να κλείσει κάποια από
τα πιο σημαντικά εργοστάσια που χρησιμοποιούσαν
κάρβουνο, τα εργαστάσια χάλυβα στη Σκοτία, τη
Νότια Ουαλία και το Γιόρκσαϊρ. Ενα μεγάλο
κομμάτι της ρεφορμιστικής αριστεράς ενώθηκε με
κάποιους από τις τοπικές ηγεσίες των συνδικάτων
και πίεσαν για να επιτραπεί να περάσει κάρβουνο
και κόκ σε συγκεκριμένα εργοστάσια για να
"προστατευτεί η τοπική βιομηχανία".
Καθώς ξεκινούσε ο αγώνας ενάντια στη διάλυση
του συνδικαλισμού των λιθογράφων από τον Ρούπερτ
Μέρντοχ, ένα τμήμα της μη επαναστατικής
αριστεράς στους λιθογράφους αντιτάχθηκε
θεωρώντας "πρόωρη" κάθε δράση ενάντια στη
μεταφορά εξοπλισμού από τον Μέρντοχ στην περιοχή
Γουάπινγκ και στην αρχή προσπάθησαν να
περιορίσουν τις απεργιακές φρουρές στο
εργοστάσιο σε έξι
άτομα.
Πιο πρόσφατα, η αυταπάτη ότι οι καπιταλιστικές
κυβερνήσεις μπορούν να πιεστούν να κάνουν
"καλό" οδήγησε κάποιους ως τότε ξεκάθαρους
αντίπαλους του μιλιταρισμού, να υποστηρίξουν τον
πόλεμο ενάντια στη Σερβία, υποστηρίζοντας ότι θα
"απελευθέρωνε" το Κόσοβο -και κάποιοι
παρέμειναν διστακτικοί
στη βάση των "ανθρωπίνων δικαιωμάτων" στο να
αντιταχθούν στον πόλεμο ενάντια στο Αφγανιστάν,
τρία χρόνια αργότερα.
Δίπλα σ' αυτά τα μεγάλα γεγονότα, υπάρχουν
αμέτρητα μικρότερα στα οποία, όσοι έχουν κάποια
εμπιστοσύνη, όσο και μικρή, στους υπάρχοντες
θεσμούς, μπαίνουν στον πειρασμό να
συμβιβαστούν ενώ οι επαναστάτες προσπαθούν να
προχωρήσουν τη μάχη. Το ποια άποψη θα επικρατήσει
σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να μην καθορίζει
τη νίκη ή την ήττα μιας επανάστασης, αλλά μπορεί
να καθορίσει τη νίκη ή την ήττα ενός σημαντικού
αγώνα.
Η συνείδηση του κόσμου σπάνια είναι ομογενής.
Οπως τόνισε ο Ιταλός επαναστάτης Αντόνιο
Γκράμσι, οι άνθρωποι μπορεί να έχουν αντιφατικές
ιδέες μέσα στο μυαλό τους, κάποιες να προέρχονται
από την υπάρχουσα κοινωνία, και κάποιες να
προέρχονται από τον αγώνα ενάντια σ' αυτή την
κοινωνία. Οποιος λέει πως δεν έχει σημασία η
αντιπαράθεση ανάμεσα σε μεταρρύθμιση και
επανάσταση λέει πως αυτές οι αντιφατικές απόψεις
δεν αποτελούν πρόβλημα.
Υπάρχουν στιγμές, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα ενός
αγώνα, όπου αυτό μοιάζει να είναι αληθινό. Ο
μπερδεμένος ρεφορμιστής μπορεί να κάνει
προπαγάνδα ενάντια σε κάτι που κάνει το κεφάλαιο
ή κυβέρνησή του, όσο αποτελεσματικά το κάνει κι
ένας επαναστάτης -συχνά πιο αποτελεσματικά,
γιατί ο ρεφορμιστής είναι πιο γνωστός στη μεγάλη
μάζα του κόσμου. Αλλά φτάνει ένα σημείο στο οποίο
οι
ιδέες που έχει ο ρεφορμιστής και προέρχονται από
την υπάρχουσα κοινωνία αρχίζουν να βάζουν φρένο
στον αγώνα, συχνά σε κρίσιμες στιγμές. Σε εκείνο
το σημείο, κάποιοι ρεφορμιστές μπορεί να
σπάσουν από τις καθυστερημένες ιδέες τους.
Κάποιοι άλλοι όχι.
Εκεί γίνεται πολύ σημαντική η ύπαρξη μιας
επαναστατικής οργάνωσης. Αν έχει μέλη να
βρίσκονται σε κάθε μέρος της μάχης, μέλη που να τα
εκτιμούν όσοι κοίταζαν προς τους ρεφορμιστές ως
τότε, μπορεί να ασκήσει επιρροή στα γεγονότα. Και
τα μέλη της, συζητώντας νηφάλια μεταξύ τους ποιος
είναι ο πραγματικός συσχετισμός των δυνάμεων στη
μάχη, μπορούν να αποτρέψουν ο ένας τον άλλο είτε
να μείνει πίσω λόγω της αλλαγής στη διάθεση του
κόσμου, είτε να παρασυρθεί τόσο από τα γεγονότα
που υπερβάλει για τις δυνατότητες που
ανοίγονται. Αλλά μπορούν να έχουν αρκετή
εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο να σκέφτονται και να
δρουν μαζί, αν προηγουμένως, έχουν προσπαθήσει να
ξεκαθαρίσουν τα αντιφατικά στοιχεία στη δική
τους σκέψη.
Ομως, μια τέτοια επαναστατική οργάνωση δεν
μπορεί να φτάσει σ' αυτή τη θέση, εκτός αν, πολύ
πριν, όταν οι διαφορές στις ιδέες μοιάζουν
λιγότερο σημαντικές, κάνει τα πάντα για να
κερδίσει ακτιβιστές στην καθαρή της κατανόηση
για το πώς λειτουργεί το σύστημα και πώς πρέπει
να το παλέψουμε. |
|