Κινήματα και κόμματα |
ΣΑΚ 43 |
| Τι είδους
κόμμα χρειαζόμαστε σήμερα; Η συζήτηση έχει
ανοίξει μέσα στο καινούριο κίνημα. Η απάντηση σ’
αυτό το ερώτημα είναι αρκετά κρίσιμη,
υποστηρίζει ο Πάνος Γκαργκάνας.
Αυτές οι ιδέες είναι σε μεγάλο βαθμό κυρίαρχες ανάμεσα στους ακτιβιστές της Βόρειας Αμερικής που χάρισαν στο νέο αντικαπιταλιστικό κίνημα τον πρώτο του σταθμό, στο Σιάτλ. Αν τα κόμματα που συναντάς μπροστά σου είναι το κόμμα του Μπους και το κόμμα του Κλίντον, τότε κάθε αρνητικός συνειρμός είναι παραπάνω από δικαιολογημένος. Ομως και ανάμεσα σε ακτιβιστές του κινήματος στην Ευρώπη, από τη Γένοβα μέχρι τη Σεβίλλη, κυκλοφορούν αντίστοιχες ιδέες, παρόλο που εδώ υπάρχει πιο δυνατή οργανωμένη Αριστερά και εργατικό κίνημα με τα δικά του κόμματα. Οι αρνητικές εμπειρίες από τον σταλινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία βαραίνουν στη σκέψη αγωνιστών που αναζητούν νέες μορφές οργάνωσης, αποστασιοποιημένες από τα κόμματα. Δεν είναι τυχαίες οι επιτυχίες που γνώρισε το ΑΤΤAC στη Γαλλία αρχικά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης στην επόμενη φάση, αλλά και τα Κοινωνικά Φόρουμ στην Ιταλία. Ωστόσο η συζήτηση για την σχέση ανάμεσα στα κινήματα και τα κόμματα δεν κλείνει σ’ αυτό το σημείο. Αντίθετα, μάλλον τώρα ανοίγει με πολύ πιο μαζικούς όρους. Ηδη η πορεία προς το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ ξαναβάζει προς συζήτηση αυτή την σχέση. Το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ στο Πόρτο Αλέγκρε είχε τυπικά θέση αποκλεισμού των κομμάτων. Αλλά μόνο τυπικά. Η παρουσία του Εργατικού Κόμματος της Βραζιλίας σαν “οικοδεσπότη” ήταν περισσότερο από ορατή. Και είναι θετικό να προχωρήσει η συζητήση πέρα από τις τυπικότητες και να μπει στην ουσία. Για πολλούς ακτιβιστές ίσως είναι ένα σοκ να αναζητήσουμε τις απαντήσεις σ’ αυτή τη συζήτηση μέσα από τις ιδέες του Λένιν. Πόσοι, όμως, ξέρουν τί πραγματικά έλεγε ο Λένιν στο “Κράτος και Επανάσταση”, όταν κατηγορήθηκε σαν “αναρχικός”; Πόσοι ταυτίζουν τον Λένιν με την προοπτική ότι σε μια εργατική δημοκρατία “κάθε μαγείρισα θα μπορεί να κυβερνάει”; Η αλήθεια είναι ότι ο Λένιν ήταν πολύ πιο “κινηματικός” απ’ όσο τον έχουν αφήσει να φαίνεται τα κλισέ του σταλινισμού. Οταν το 1916 η Αριστερά της εποχής του διχάστηκε για το αν θα έπρεπε να υποστηρίξει την Πασχαλινή Εξέγερση των Ιρλανδών ενάντια στην Βρετανική αυτοκρατορία, ο Λένιν ήταν κατηγορηματικός: “Οποιος περιμένει μια "καθαρή" κοινωνική επανάσταση, ποτέ δεν θα ζήσει για να την δεί... Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο εκτός από μια έκρηξη μαζικού αγώνα από τη μεριά όλων των καταπιεσμένων και δυσαρεστημένων στοιχείων. Αναπόφευκτα θα πάρουν σ’ αυτήν μέρος τμήματα της μικροαστικής τάξης και των καθυστερημένων εργατών -χωρίς αυτή τη συμμετοχή, ο μαζικός αγώνας είναι αδύνατος, χωρίς αυτή καμιά επανάσταση δεν είναι δυνατή- και το ίδιο αναπόφευκτα θα κουβαλήσουν μέσα στο κίνημά τους, τις αντιδραστικές φαντασίες τους, τις αδυναμίες και τα λάθη τους. Αλλά αντικειμενικά θα επιτίθενται ενάντια στο κεφάλαιο και η ταξικά συνειδητή πρωτοπορία της επανάστασης, το προχωρημένο προλεταριάτο, εκφράζοντας αυτή την αντικειμενική αλήθεια ενός ποικιλόμορφου και ανακατωμένου και εξωτερικά κατακερματισμένου μαζικού αγώνα θα καταφέρει να τον ενώσει και να τον κατευθύνει να πάρει την εξουσία, να αρπάξει τις τράπεζες, να απαλλοτριώσει τα τραστ που τα μισούν όλοι (αν και για διαφορετικούς λόγους!)...” Μπορεί σήμερα οι μεγάλες μονάδες του καπιταλισμού να ονομάζονται πολυεθνικές και όχι τραστ, όπως τον καιρό του Λένιν, αλλά τα κινήματα που ξεσηκώνουν εναντίον τους είναι και σήμερα “ποικιλόμορφα, ανακατωμένα και εξωτερικά κατακερματισμένα”. Αυτή είναι η ομορφιά, η δύναμη αλλά και η αδυναμία των κινημάτων. Η πολυχρωμία του κινήματος ξεκινάει πρώτα απ’ όλα από τις πολλές και διαφορετικές μορφές καταπίεσης που δημιούργησε ή διαιώνιζει ο καπιταλισμός και έτσι προκαλεί πολλούς και διαφορετικούς χειμάρρους που τροφοδοτούν το ποτάμι του κινήματος εναντίον του. Ολόκληροι λαοί εξακολουθούν και σήμερα να στερούνται ακόμα και το στοιχειώδες δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και να υποφέρουν από την ιμπεριαλιστική καταπίεση. Ο μισός πληθυσμός του πλανήτη αντιμετωπίζει πρόσθετες μορφές καταπίεσης εξαιτίας των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών. Ο ρατσισμός είναι μια μορφή καταπίεσης μέσα στην σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία που ξαναπαίρνει μαζικές διαστάσεις. Η καταστροφή του περιβάλλοντος από ένα σύστημα σε κρίση ανοίγει μαζικά μέτωπα ενάντια στις πολεθνικές με τρόπο πρωτοφανή. Από την πείνα στον Τρίτο Κόσμο μέχρι την ασυδοσία του αφεντικού στην δουλειά, οι εστίες που εξαγριώνουν τις συνειδήσεις και ξεσηκώνουν τους ανθρώπους είναι πολλαπλές και όταν συγκλίνουν δημιουργούν ένα πολύβουο ποτάμι. Ετσι είδαμε από το Σιάτλ μέχρι τη Σεβίλλη να πλημμυρίζουν τους δρόμους τα “χελωνόπαιδα” και οι λιμενεργάτες, οι φίλοι των Ζαπατίστας και οι συμπαραστάτες της Ιντιφάντα, γυναίκες και ομοφυλόφιλοι ενάντια στον σεξισμό, αντιρατσιστές δίπλα σε απεργούς συνδικαλιστές και επαναστάτες αντικαπιταλιστές. Η ποικιλομορφία του κινήματος, όμως, δεν ξεκινάει μόνο από τις διαφορετικές αφετηρίες που έβαλαν σε κίνηση διαφορετικά κομμάτια. Εχει να κάνει και με το φάσμα των ιδεών που κουβαλάει κάθε κομμάτι μέσα του. Μαζικό κίνημα σημαίνει εξ ορισμού ότι άνθρωποι που μέχρι χθες ήταν αδρανείς μπαίνουν σε κίνηση. Αυτή η αλλαγή ποτέ δεν μετατρέπει τις ιδέες της παθητικής υπομονής ή έστω της παθητικής αντίθεσης ομοιόμορφα σε ιδέες ριζοσπαστικής αντίστασης. Οι ιδέες του χθες, οι ιδέες του “δεν γίνεται τίποτα”, εξακολουθούν να συνυπάρχουν σε διαφορετικά ποσοστά με τις πιο δυναμικές ιδέες της δράσης. Αν όλοι συμφωνούσαν σε όλα από την αρχή δεν θα μιλάγαμε για κίνημα αλλά για συνομωσία. Αυτό που ο Λένιν εννοούσε με τη φράση “αναπόφευκτα κάθε κομμάτι κουβαλάει μέσα στο κίνημα και τις φαντασιώσεις και τις προκαταλήψεις του, τα λάθη και τις αδυναμίες του” είναι ζωντανή πραγματικότητα και σήμερα μπροστά στα μάτια μας. Το ζήτημα, λοιπόν, του πώς εξασφαλίζεται η ενότητα του πολύχρωμου κινήματος, πώς η κοινή δράση συγκεντρώνει την ενέργειά της ενάντια στον κοινό εχθρό μέχρι να τον ανατρέψει, να τον νικήσει, να ανοίξει το δρόμο για “έναν άλλο κόσμο”, δεν είναι λυμένο. Είναι πρόβλημα που απαιτεί επιλογές, ανάλυση, θεωρία, πρωτοβουλίες, δηλαδή οργανωμένη πολιτική συζήτηση και δράση. Οποιος φαντάζεται ότι όλα αυτά μπορούν να γίνουν χωρίς οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις σίγουρα κάνει λάθος. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε κόμματα, αλλά τί είδους κόμματα. Ακόμα κι αν δεχτούμε να δούμε το κίνημα σαν μια μόνιμη αμεσοδημοκρατική διαδικασία γενικής συνέλευσης -κάτι που είναι εξόφθαλμα λαθεμένο γιατί το κίνημα είναι πολύ πιο πολύπλοκος θεσμός, έχει στιγμές συζήτησης και στιγμές δράσης, έχει στιγμές επίθεσης και στιγμές αναδίπλωσης, έχει να κάνει με ανθρώπους που ζουν μέσα σε μια κοινωνία την οποία δεν ελέγχουν και άρα όλες οι επιλογές τους δεν είναι ελεύθερες- και πάλι χρειαζόμαστε οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις. Καμιά συνέλευση δεν είναι μονόλογος. Ο διάλογος χρειάζεται συγκροτημένες απόψεις. Οι οπαδοί του καθαρού αυθορμητισμού καταλήγουν να είναι οπαδοί του απολίτικου και αυτό ποτέ δεν είναι δύναμη για ένα κίνημα που έχει να αντιμετωπίσει την πιο καλά οργανωμένη κυρίαρχη τάξη της ιστορίας. Τί είδους οργάνωση χρειαζόμαστε, λοιπόν; Ας αρχίσουμε ξεκαθαρίζοντας τα όρια ορισμένων προτάσεων που έχουν κατατεθεί. Ο Μπερνάρ Κασέν, όταν ήρθε στην Αθήνα για την ιδρυτική συνάντηση του ΑΤΤΑC στην Ελλάδα, μίλησε για την προσπάθεια “εκλαϊκευτικής δράσης”, για να φτάσει η κριτική στον νεοφιλελευθερισμό όσο πιο πλατειά γίνεται. Η ίδια η επιτυχία του ΑΤΤΑC στη Γαλλία, όμως, έχει αρχίσει να δείχνει τα προβλήματα αυτού του τύπου οργάνωσης και είναι διπλά: πρώτο, δεν αρκεί η διακίνηση ιδεών και δεύτερο, δεν είναι αρκετές οι ιδέες της αντίθεσης στον νεοφιλελευθερισμό. Το ΑΤΤΑC έγινε πραγματικά μεγάφωνο για φωνές όπως η Σούζαν Τζωρτζ που έδωσε ανεκτίμητη συμβολή στην κατεδάφιση των μύθων της ελεύθερης αγοράς. Τα βιβλία της, ιδιαίτερα για το χρέος του Τρίτου Κόσμου, έγιναν όπλα του κινήματος και οι διαλέξεις της πηγή έμπνευσης για χιλιάδες νέους ακτιβιστές που απέκτησαν ακλόνητα επιχειρήματα ενάντια στους Διεθνείς Οργανισμούς της πείνας -το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΠΟΕ. Ομως όταν αυτός ο κόσμος κλιμάκωσε τη δράση του με τις μαχητικές πολιορκίες των ισχυρών της Ευρώπης και του πλανήτη στο Γκέτεμποργκ και στη Γένοβα, η ηγεσία του ΑΤΤΑC ήταν τελείως ανέτοιμη να αντιμετωπίσει τη “στρατηγική της έντασης” του Μπερλουσκόνι. Το ίδιο ανέτοιμη βρέθηκε μπροστά στον πόλεμο του Μπους μετά τις 11 Σεπτέμβρη. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να βρισκόμαστε ανέτοιμοι μπροστά σε τέτοιες πρωτοβουλίες του αντιπάλου. Χρειαζόμαστε ιδέες που προχωρούν στην κριτική του ίδιου του καπιταλισμού όχι μόνο σαν σύστημα της ελεύθερης αγοράς αλλά και σαν σύστημα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, του πολέμου και της βίας. Χρειαζόμαστε επίσης οργάνωση της μαζικής δράσης πέρα από τη μαζική ενημέρωση και διαφώτιση των ακτιβιστών. Αλλιώς, τα ωραία επιχειρήματα δεν θα μετατραπούν ποτέ σε υπολογίσιμη δύναμη που λυγίζει την αντίδραση των καπιταλιστών. Τα Κοινωνικά Φόρουμ της Ιταλίας είναι πολύ πιο μαχητική δύναμη από το ΑΤΤΑC. Με τη βοήθεια των συνδικάτων και της Αριστεράς κατάφεραν να υποχρεώσουν τον Μπερλουσκόνι να αναδιπλωθεί από τη “στρατηγική της έντασης” οργανώνοντας μαζικές διαδηλώσεις έξω από τα αστυνομικά τμήματα λίγες μέρες μετά τη Γένοβα πέρσι το καλοκαίρι και επιμένοντας στην πανεργατική κινητοποίηση της φετινής Ανοιξης, όταν ο Μπερλουσκόνι προσπαθούσε να χρεώσει τις “Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες” στους απεργούς. Ομως κι εδώ υπάρχουν προβληματικές βασικές επιλογές. Ο Βιτόριο Ανιολέτο, ένας από τους πρωταγωνιστές του Κοινωνικού Φόρουμ της Γένοβα, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Socialist Worker του Λονδίνου (που αναδημοσιεύτηκε στην Εργατική Αλληλεγγύη Νο 521, 17/4/02) μιλάει για μια “μη ιδεολογική αριστερά”. Τα Κοινωνικά Φόρουμ δεν στηρίζονται σε κοινές ιδεολογικές βάσεις, αλλά μόνο σε πολιτικές συμφωνίες. Αυτό είναι μια κατάσταση που δεν θα έπρεπε θεωρητικοποιηθεί. Τα Κοινωνικά Φόρουμ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ανάγκη για ένα επαναστατικό κόμμα που παλεύει για την ανατροπή του καπιταλισμού. Οι “κινηματικές” αντιλήψεις που απορρίπτουν την αναγκαιότητα ενός τέτοιου κόμματος και θεωρητικοποιούν τα Κοινωνικά Φόρουμ σαν ανώτερη μορφή οργάνωσης, στην πραγματικότητα ανοίγουν την πόρτα για την κυριαρχία των ρεφορμιστικών απόψεων μέσα στο κίνημα. Μια “μη-ιδεολογική αριστερά” κινδυνεύει διαρκώς να γλιστρήσει σε μια “πληθυντική” αριστερά σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Αυτός ο κίνδυνος ίσως να μην μοιάζει ορατός σε πολλούς ακτιβιστές σήμερα, καθώς η απόσταση ανάμεσα π.χ. στο Ιταλικό Κοινωνικό Φόρουμ και στο κόμμα του Ζοσπέν φαίνεται τεράστια. Αλλά ο ρεφορμισμός δεν ήταν πάντοτε στο παρελθόν, ούτε θα είναι μόνιμα στο μέλλον, τόσο δεξιός. Κόμματα σαν τους γάλλους Σοσιαλιστές ή τους ιταλούς Δημοκράτες της Αριστεράς (πρώην Ιταλικό ΚΚ) έχουν δείξει πολλές φορές ότι μπορούν να προσαρμοστούν επιφανειακά προς τ’ αριστερά σε περίοδο ριζοσπαστικοποίησης. Μορφές οργάνωσης που στηρίζονται μόνο σε πολιτικές συμφωνίες κοινής δράσης για ορισμένους στόχους δεν μπορούν -ούτε θα έπρεπε- να αποκλείσουν την κοινή δράση με ρεφορμιστικά κόμματα. Γι’ αυτό ακριβώς έχουν ανάγκη να υπάρχει το αντίβαρο ενός επαναστατικού κόμματος με καθαρές μαρξιστικές ιδεολογικές βάσεις που να του επιτρέπουν να δίνει τον τόνο στις πολιτικές επιλογές της κοινής δράσης. Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά ενός επαναστατικού κόμματος για να παίζει αυτό το ρόλο; Είναι, πρώτο, ο προσανατολισμός στην εργατική τάξη, δεύτερο, η καθαρή επιλογή στο δίλημμα μεταρρύθμιση ή επανάσταση και τρίτο η οργανωτική λειτουργία με βάση τη δημοκρατική συζήτηση και τη συγκεντρωτική δράση. Η πολυμορφία των κινημάτων δεν πρέπει να οδηγεί σε μια μηχανιστική άθροιση όπου όλα υποτίθεται ότι παίζουν τον ίδιο ρόλο. Η εργατική τάξη από τη θέση της μέσα στον καπιταλισμό έχει τη δύναμη να δημιουργήσει το κίνημα που θα γίνει ο νεκροθάφτης αυτού του συστήματος, όπως έλεγε ο Μαρξ. Ολόκληρος ο πλούτος που συσσωρεύεται στα κέντρα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, στις πολυεθνικές επιχειρήσεις, στους διεθνείς οργανισμούς και στα ιμπεριαλιστικά κράτη, περνάει από τα χέρια της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό, αυτή η τάξη έχει τη δύναμη να τα κάνει να παραλύσουν και να αντικαταστήσει τον έλεγχο των καπιταλιστών με τον συλλογικό έλεγχο των εργατών. Κινήματα που χάνουν από τα μάτια τους αυτόν τον κεντρικό ρόλο της εργατικής τάξης κινδυνεύουν να αναζητήσουν υποκατάστατα σε άλλες κοινωνικές δυνάμεις και αυτό διευκολύνει τον καπιταλισμό είτε να τα ενσωματώσει είτε να τα καταστείλει. Σε μια φάση ανοδικής πορείας και ριζοσπαστικοποίησης, πολλοί ακτιβιστές μπορεί να γοητεύονται από την αυτάρκεια των κινημάτων που γεμίζουν τους δρόμους με μαζικές διαδηλώσεις. Αυτός ο ενθουσιασμός δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε τον προσανατολισμό που έδωσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: “εκεί που φτιάχνονται οι αλυσίδες της εκμετάλλευσης, εκεί μπορούν να τσακιστούν”. Η πραγματική δύναμη του αντικαπιταλισμού είναι να μπει στους χώρους δουλειάς, να ριζώσει μέσα στα πιο δυνατά κομμάτια της εργατικής τάξης. Αν, αντίθετα, προσανατολιστεί στην αναζήτηση “άλλων κοινωνικών υποκειμένων” και δει με καχυποψία την οργανωμένη εργατική τάξη, τότε αποκόβεται από τη δύναμή του και τη χαρίζει στις ρεφορμιστικές στρατηγικές. Η αρνητική εμπειρία από την προηγούμενη φορά που το κίνημα φούντωσε, μετά τον Μάη του ‘68, είναι πολύτιμος οδηγός. Το κίνημα στην Ιταλία μετά το καυτό φθινόπωρο του 1969 ήταν ένα από τα πιο δυναμικά εκείνης της εποχής. Αλλά όταν ενέδωσε πολιτικά και ιδεολογικά στη γοητεία της Αυτονομίας, γνώρισε μια τραγική ήττα. Γιατί απομόνωσε τους κινηματίες από τα πιο δυνατά εργατικά κόμματα, τους οδήγησε σε σύγκρουση, μερικές φορές βίαιη, με αποτέλεσμα να καταλήξουν είτε στα σπίτια τους είτε στις φυλακές, τα δε προπύργια του εργατικού συνδικαλισμού να πισωγυρίσουν στην αγκαλιά του πιο δεξιού ρεφορμισμού. Το κέρδισμα αυτών των κομματιών στις ιδέες της επανάστασης είναι μια ολόκληρη πολιτική μάχη που χρειάζεται να δώσουμε οργανωμένα. Εδώ δεν χωράει κανένας αγνωστικισμός. Το σύστημα έχει αποδείξει πολλές φορές ότι δεν μεταρρυθμίζεται και ότι οι υποσχέσεις για “ανθρώπινο πρόσωπο” δεν έχουν καμιά αξία. Μέσα στα πλαίσια του κινήματος ασφαλώς και επιδιώκουμε να συνυπάρχουν και να αγωνίζονται πλάι-πλάι ακτιβιστές που θέλουν την ανατροπή του καπιταλισμού μαζί με αγωνιστές που ελπίζουν να βελτιώσουν τη σημερινή κατάσταση με επιμέρους αλλαγές. Αλλά οι επαναστάτες χρειάζονται τη δική τους ξεχωριστή οργάνωση για να υπάρχει ένα κέντρο πρωτοβουλιών που σπρώχνει προς τη διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής. Χωρίς ένα τέτοιο κέντρο πρωτοβουλιών, το πεδίο μένει ελεύθερο για τον ψεύτικο “ρεαλισμό” των επιμέρους λύσεων. Η συζήτηση μέσα στο κίνημα δεν γίνεται μέσα σε συνθήκες δικής του επιλογής. Το περιβάλλον της ελεύθερης αγοράς, των ΜΜΕ και των κοινοβουλευτικών θεσμών δεν είναι φιλικό, ούτε καν ουδέτερο για την ελεύθερη ανάπτυξη του διαλόγου μέσα στο κίνημα. Οι επαναστατικές ιδέες χρειάζεται να δημιουργήσουν το δικό τους χώρο ελεύθερης συζήτησης για να μπορούν να διαμορφώσουν ανάλυση, εκτίμηση, στρατηγική και τακτική. Και βέβαια χρειάζονται οργάνωση για να δοκιμαστούν στην πράξη, να μπουν στη δοκιμασία της δράσης για να μετρηθεί πρακτικά η αξία τους. Αυτός ο χώρος και αυτή η οργάνωση είναι το επαναστατικό κόμμα σαν συγκεκριμένη λειτουργία. Ολα αυτά δεν είναι κάποιο αφηρημένο μοντέλο που μπαίνει αφηρημένα και εγκεφαλικά μέσα στον κόσμο που εμπνέεται από το νέο αντικαπιταλιστικό κίνημα. Είναι μια πρόταση με ιστορία και παράδοση, δανεισμένη από τις καλύτερες στιγμές του κινήματος ενάντια στον καπιταλισμό. Από την παράδοση του Λένιν και του Τρότσκι στα πρώτα χρόνια της τρίτης Διεθνούς, όταν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη εμπνέονταν από το κύμα των επαναστάσεων που ξέσπασαν στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Και έφτιαχναν νέα επαναστατικά κόμματα ενώ την ίδια στιγμή προωθούσαν την κοινή -ενιαιομετωπική την έλεγαν τότε- δράση για την μεγαλύτερη δυνατή ευρύτητα και δύναμη του κινήματος. Οι οργανώσεις που αναφέρονται σ’ αυτή την παράδοση έχουν να επιδείξουν όχι μόνο το ιστορικό παράδειγμα, αλλά και τη σημερινή συμβολή τους στην ανάπτυξη του σύγχρονου κινήματος. Πιστεύουμε ότι χάρη στη δράση του ΣΕΚ και στη συμμετοχή του στις πρωτοβουλίες για τη Γένοβα, για την Ιντιφάντα, για τα αντιπολεμικά συλλαλητήρια, το αντικαπιταλιστικό κίνημα είναι δυνατότερο σήμερα. Την ίδια εικόνα έχουμε και από τη δράση των άλλων οργανώσεων της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Τάσης στην οποία συμμετέχουμε. Το SWP στη Βρετανία ίσως είναι το καλύτερο παράδειγμα, με τη συμβολή του στην ανάπτυξη του ισχυρότερου αντιπολεμικού κινήματος μέσα στη χώρα που είναι ο πιο πιστός σύμμαχος του Μπους στην Ευρώπη. Αλλά δεν είναι το μόνο. Και στη Γερμανία και αλλού βλέπουμε ότι είναι εφικτό να προωθούμε έναν διπλό στόχο παράλληλα: και να δυναμώνουμε το αντικαπιταλιστικό κίνημα και να χτίζουμε την επαναστατική πτέρυγά του. Είναι μια ανοιχτή πρόσκληση σε κάθε αγωνιστή που αναζητάει τη σωστή σχέση ανάμεσα στο κίνημα και στα κόμματα. |