THΛEOPAΣH
Mπερλίνερ
Aλεξάντερπλατς
Για να
θυμηθούμε τον
Pάινερ Bέρνερ
Φασμπίντερ
Η ΕΤ1
προβάλει σε
συνέχειες τη
τηλεοπτική
σειρά «Μπερλίνερ
Αλεξάντερπλατς»
του Ράϊνερ
Βέρνερ Φασμπίντερ.
Ο Οουεν
Χαθερλέϊ
παρουσιάζει το
έργο του μεγάλου
γερμανού
σκηνοθέτη, σε
ένα άρθρο που
δημοσιεύτηκε
στην εφημερίδα
Σόσιαλιστ
Γουόρκερ του
Λονδίνου.
Ο
Φασμπίντερ
παρουσιάζεται
συνήθως σαν
μια «κουλτουριάρικη»
φιγούρα. Δεν
ήταν. Το έργο
του είναι ένα
παράδειγμα για
το πως
ριζοσπαστικοί
καλλιτέχνες
μπορούν να
αξιοποιήσουν
τις πιο
δημοφιλείς
μορφές τέχνης
της εποχής
τους. Επαιρνε
τα
χολυγουντιανά
αρχέτυπα και
τους έδιναν
νέο
περιεχόμενο
παράγοντας ένα
ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο
σινεμά.
Σήμερα
αυτό είναι
κάπως
συνηθισμένο σε
ελαφρώς αριστερά
ή αντιπολεμικά
θρίλερ και
περιπέτειες,
όμως ο
Φασμπίντερ δεν
ενδιαφέρονταν
για τέτοιες
«ηρωικές»
σκηνές. Το
χολυγουντιανό
είδος που τον
συγκινούσε πιο
έντονα ήταν το
μελόδραμα, συγκεκριμένα
οι «γυναικείες
ταινίες» ή weepies
(«κλαψιάρικα»)
της δεκαετίας
του 1950.
Στα
βάσανα των
νοικοκυρών και
των μανάδων
αυτών των
ταινιών, στο
συναισθηματικό
χειρισμό της
πλοκής τους
και στη
πολυτέλεια των
σκηνικών τους,
ο Φασμπίντερ
είδε ένα τρόπο
για να κάνει
κριτική στην
κονφορμιστική
και συντηρητική
μεταπολεμική
Δυτική
Γερμανία μια
κοινωνία που
κυριαρχούταν
από τις ΗΠΑ και
την άρνηση του
παρελθόντος.
Πολλές
από τις
ταινίες που
έκανε ο
Φασμπίντερ στη
δεκαετία του 1970
ήταν παράξενες
απόπειρες για
πολιτικοποιημένα
weepies. Το
σημαντικότερο
τέτοιο παράδειγμα
είναι
ομολογουμένως
η ταινία «Ο
φόβος τρώει τη
ψυχή» του 1974.
Επρόκειτο εν
μέρει για
προσαρμογή μιας
αμερικάνικης
ταινίας του 50, (All That
Heaven Allows) που
παραδόξως για
το κλίμα της
εποχής,
αγγίζει
ζητήματα του
σεξισμού και
των ταξικών
διαφορών που
υπέβοσκαν στο
αμερικάνικο
όνειρο.
Eργασία
Ο
Φασμπίντερ
έβαλε στη θέση
του βασικού
ζευγαριού της
ταινίας μια
μοναχική
γυναίκα που
έχει μπει στα
εξήντα και τον
κατά πολύ
νεότερο εραστή
της από τη
Βόρειο Αφρική
έναν από τους
«φιλοξενούμενους
εργάτες» η
φτηνή εργασία
των οποίων
συνέβαλε στο μεταπολεμικό
«οικονομικό
θαύμα» της
χώρας.
Η
ταινία είναι
αιχμηρή και
γεμάτη
συναίσθημα στη
κριτική που
ασκεί στο
ρατσισμό, στις
διακρίσεις σε
βάρος των
μεγαλύτερων
ανθρώπων, στην
σνομπαρία. Σ
αυτήν όπως και
σε άλλες
ταινίες ο
Φασμπίντερ χρησιμοποιεί
τα τεχνάσματα
του «λαϊκού
σινεμά»
δείχνοντας την
αγάπη του για τη
μορφή του και
την κριτική
του για το
περιεχόμενό
του.
Σ
αντίθεση με
άλλους
ριζοσπαστικούς
σκηνοθέτες ο
Φασμπίντερ δεν
είχε κανένα
ενδιαφέρον για
τον κοινωνικό
ρεαλισμό. Οι
ταινίες του
είναι στυλιζαρισμένες,
συχνά ψυχρές
και στιλπνές
και δεν
φοβόταν να
επιστρατεύσει
το γκλάμουρ
και τα
τεχνάσματα σε
αυτές.
Ο
Φασμπίντερ δεν
έκρυβε ούτε
την
ομοφυλοφιλία
του ούτε την
υποστήριξή του
στην άκρα
αριστερά. Και τα
δυο, του
εξασφάλισαν
πολλούς
εχθρούς στη
διάρκεια της
δεκαετίας του 1970.
Ισχυρίστηκε
ότι τα τηλέφωνά
του
παρακολουθούνταν
από τις
μυστικές
υπηρεσίες στα
πλαίσια του
«πολέμου κατά
της
τρομοκρατίας»
του 70 ενάντια
στην οργάνωση
Μπάαντερ-Μάϊνχοφ.
Από τα
τέλη της
δεκαετίας του 70
ο Φασμπίντερ
άρχισε να
ασχολείται
στις ταινίες
του με το
ναζιστικό παρελθόν
της Γερμανίας.
Η τριλογία
τηςΟμοσπονδιακής
Δημοκρατίας
ξεκίνησε με το
«Γάμο της
Μαρίας Μπράουν»
(1978).
Χρησιμοποίησε
μια σειρά
μελέτες για
επιτυχημένες
αλλά
συμβιβασμένες
γυναικες για
να δείξει το πόσο
η εποχή της
ευημερίας
στηριζόταν
στην καταπίεση
και την
αμνησία του
παρελθόντος.
Συχνά
ο Φασμπίντερ
προτιμούσε τις
τηλεοπτικές παραγωγές
για να έρθει σε
επαφή με
μαζικά
ακροατήρια
ξεφεύγοντας
από τους
«εκλεκτούς της
τέχνης». Ανάμεσα
στις δουλειές
του για τη
τηλεόραση
περιλαμβάνεται
το «Οχτώ ώρες
δεν κάνουν μια
μέρα» (1972) μια
δραματική
σειρά σχετικά
με μια
εργατική
οικογένεια,
που δείχνει
πώς οι εργάτες
μπορούν με την
αλληλεγγύη να
πετύχουν τους
στόχους τους. Η
σειρά δεν
ολοκληρώθηκε
ποτέ.
Το
«Μπερλίν
Αλεξαντερπλάτς»
(1980) είναι ίσως η
πιο γνωστή του
τηλεοπτική
δουλειά.
Πρόκειται για
ένα σαρωτικό
δράμα που
εκτυλίσσεται
στο υπόκοσμο
του Βερολίνου λίγο
πριν την
κατάληψη της
εξουσίας από
τους ναζί. Στη
Βρετανία
προβλήθηκε
στις αρχές της
δεκαετίας του 80
κάτι αδιανόητο
σήμερα με την
αντιμετώπιση
που επιφυλάσσουν
τα κανάλια στο
κοινό. Ο
Φασμπίντερ, παρόλη
την αγάπη του
για το
Χόλυγουντ δεν
αντιμετώπισε
ποτέ
υποτιμητικά το
κοινό του.
Λίγο
πριν πεθάνει ο
Φασμπίντερ
έμοιαζε να
είχε κάνει
βήματα στο να
βρει το πλατύ
κοινό που
αναζητούσε για
να απευθύνει τις
κριτικές του
στον
κονφορμισμό,
τον καταναλωτισμό
και τον
καπιταλισμό. Η
τελευταία του
ταινία Querelle (1982)
γυρίστηκε στ
αγγλικά. Ηταν
μια έντονη,
ονειρική
φαντασία
βασισμένη στη
νουβέλα που
έγραψε το 1947 ο
Ζαν Ζενέ με
τίτλο Ouerelle de Brest.
Δυστυχώς,
ο Φασμπίντερ
πέθανε πρόωρα
σε ηλικία 37 ετών,
από καρδιακή
προσβολή
εξαιτίας των
ναρκωτικών και
του φόρτου της
δουλειάς. Είχε
μόλις ξεκινήσει
να δουλεύει
μια επική
μεταφορά της
ζωής της Ρόζα
Λούξεμπουργκ.
Δεν ξέρουμε
πώς θα ήταν η
ταινία, πάντως
ο Φασμπίντερ
ήθελε να
πρωταγωνιστήσει
σ αυτήν η Τζέην Φόντα.
Ισως να
γινόταν η
ταινία όπου θα
συγχωνεύονταν
οι
επαναστατικές
πολιτικές
πεποιθήσεις του
Φασμπίντερ με
την ιδιαίτερη
εκδοχή του
Χόλυγουντ με
αποτέλεσμα το
ριζοσπαστικό
λαϊκό φιλμ που
πάντα ονειρεύονταν.
Σήμερα
κυριαρχεί
ακόμα το
εργοστάσιο
ονείρων του
Χόλυγουντ όμως
η δουλειά του
Φασμπίντερ
υποδεικνύει
τρόπους με
τους οποίους
μπορούμε να
αξιοποιήσουμε
τις τεχνικές του και
να τις βάλουμε
στην υπηρεσία
της αριστεράς.
BΙΒΛΙΟ
Eικονογραφημένη
ιστορία των I.W.W.
«Η
εργατική τάξη
κι η τάξη των
καπιταλιστών
δεν έχουν
τίποτα κοινό
μεταξύ τους.
Δεν μπορεί να
υπάρξει καμιά
ειρήνη εφόσον
η πείνα κι η
ανέχεια
συνυπάρχουν
ανάμεσα στα
εκατομμύρια
των
εργαζομένων,
ενώ οι λίγοι,
που αποτελούν
την εργοδοτική
τάξη, κατέχουν
όλο τον
παραγόμενο
πλούτο».
Μ αυτά
τα λόγια
ξεκινούσε η
«Δήλωση Αρχών»
του
«ηπειρωτικού
συνεδρίου της
εργατικής
τάξης» στο Σικάγο
τον Ιούνη του 1905.
Ηταν το
ιδρυτικό
συνέδριο μιας
από τις πιο
θρυλικές
οργανώσεις
στην ιστορία του
εργατικού
κινήματος: των
«Βιομηχανικών
Εργατών του
Κόσμου» (IWW) των
«Γουόμπλις»
όπως ήταν το
παρατσούκλι
τους.
Οι
εκδόσεις ΚΨΜ
κυκλοφόρησαν
αυτή την
«εικονογραφημένη
ιστορία» των
Γουόμπλις. Η
έκδοση είναι
ιδιαιτέρως
καλοδεχούμενη,
αν σκεφτούμε
ότι στ ελληνικά
δεν κυκλοφορεί
καμιά ιστορία
για αυτή την
ηρωική και
επαναστατική
σελίδα των
αγώνων της
αμερικάνικης
εργατικής
τάξης.
Ο
τίτλος της
οργάνωσης
μπορεί να
είναι
παραπλανητικός
σήμερα. Οι
Γουόμπλις δεν
οργάνωναν
αποκλειστικά
εργοστασιακούς
εργάτες.
Εκείνη την
εποχή στο
συνδικαλιστικό
κίνημα
κυριαρχούσε η
Αμερικάνικη
Ομοσπονδία
Εργασίας, με τα
σωματεία της
να είναι
οργανωμένα
κατά
ειδικότητα. Μ αυτό τον
τρόπο
απέκλειαν τη
μεγάλη πλειοψηφία
των γυναικών,
των μαύρων, των
μεταναστών και
των
ανειδίκευτων
εργατών. Οι
Γουόμπλις
πάλευαν για
την ενιαία
οργάνωση των
εργατών κατά
βιομηχανικό
κλάδο, σε
μαχητικά
σωματεία, με
τελικό σκοπό
το «ένα μεγάλο
συνδικάτο» που
θα ανέτρεπε
τον
καπιταλισμό.
Στην
ίδρυσή τους
συναντήθηκαν
πολλά
διαφορετικά
ρεύματα
μαρξιστές από
τα δυο
αμερικάνικα
σοσιαλιστικά
κόμματα,
αναρχικοί,
μαχητικοί
συνδικαλιστές.
Ομως, οι
Γουόμπλις δεν
ήταν ένα
τεχνητά
κατασκευασμένο
«κόκκινο» ή «κοκκινόμαυρο»
συνδικάτο.
Γεννήθηκε από
τους αγώνες
υπαρχόντων
συνδικάτων.
Η
Δυτική
Ομοσπονδία
Ανθρακωρύχων
ήταν η κύρια ιδρυτική
συνιστώσα. Οι
αγώνες των
ανθρακωρύχων
καταλαμβάνουν
μερικές από
τις καλύτερες
σελίδες της
έκδοσης. Το
ίδιο κι η ζωή
του ηγέτη τους,
του «Μπιγκ» Μπιλ
Χέηγουντ.
Αυτός άνοιξε
τις εργασίες
του ιδρυτικού
συνεδρίου. Ο
«μεγάλος» -ήταν
πανύψηλος-
είχε χάσει το
ένα του μάτι
στα ορυχεία
που δούλευε
από εφτά
χρονών.
Μια
άλλη ηγετική
φυσιογνωμία
των Γουόμπλις
ήταν η
Ελίζαμπεθ
Γκάρλεϊ Φλιν.
Οι γονείς ήταν
«ιρλανδοί
μετανάστες κι
επαναστάτες»
όπως έγραψε η
ίδια. Εφηβη
άρχισε να
πρωταγωνιστεί
στο
σοσιαλιστικό
κίνημα της Ν.
Υόρκης. Το 1907, μαθήτρια,
πήγε στο
Σικάγο για το
συνέδριο των IWW.
Και μετά
ρίχτηκε στη
μάχη των
μεγάλων
απεργιών, των υφαντουργών
του Λόρενς το 1912,
του Πάτερσον
το 1913, στους αγώνες
για τη
ελευθερία του
λόγου.
Eργαλείο
Γι
αυτήν γράφτηκε
το τραγούδι Rebel Girl.
Το έγραψε ο Τζο
Χιλ, οργανωτής
των Γουόμπλις
και τραγουδοποιός.
Το τραγούδι
ήταν βασικό
εργαλείο στη
δουλειά των
Γουόμπλις. Τον
Χιλ τον
εκτέλεσαν το 1915
ύστερα από μια
στημένη δίκη.
Στη
διάρκεια του
Πρώτου
Παγκόσμιου
Πολέμου οι Γουόμπλις
δέχτηκαν τη
πιο σκληρή
καταστολή από
το αμερικάνικο
κράτος επειδή
κράτησαν μια
περήφανη
διεθνιστική
στάση. Δεν
συνήλθαν ποτέ
ως οργάνωση
από αυτό το
χτύπημα. Ομως,
μια σειρά από
τους
καλύτερους
ηγέτες τους,
όπως ο «Μπιγκ»
Μπιλ Χέϊγουντ
και η
Ελίζαμπεθ
Γκάρλεϋ Φλιν
μπήκαν στις
γραμμές του
επαναστατικού
Κομμουνιστικού
Κόμματος που
ιδρύθηκε το 1919.
Η
έκδοση λίγο
ασχολιέται με
τις πολιτικές
αντιπαραθέσεις
στις γραμμές
των Γουόμπλις
και με την ιστορική
διαδρομή του
αμερικάνικου
εργατικού κινήματος
και της
αριστεράς.
Πρόκειται
όμως, για μικρή
αδυναμία.
Στη
διάρκεια του
αμερικάνικου
εμφύλιου, οι
αγωνιστές για
την κατάργηση
της δουλείας
έγραψαν ένα
τραγούδι τον
Υμνο Μάχης της
Δημοκρατίας,
ιδιαίτερα
δημοφιλές στα
συντάγματα των
μαύρων
εθελοντών
καθώς
προέλαυναν
μέσα από τις
φυτείες των
δουλοκτητών
του Νότου. Για
ευνόητους
λόγους...Οι Γουόμπλις
το πήραν, του
άλλαξαν μερικά
λόγια, με το
ρεφραίν να
λέει «Solidarity for ever»
(Αλληλεγγύη,
για πάντα). Ενα τραγούδι
που θα
εκτιμούσαν
πολύ οι
απεργοί λιμενεργάτες
του Πειραιά
και της
Θεσσαλονίκης
σήμερα. ʌ
Tο περιοδικό
του Eργατικού
Kέντρου
Θεσσαλονίκης
παρουσιάζει το
βιβλίο του
Θανάση Kαμπαγιάννη
Γράφει ο
Ομηρος Ταχμαζίδης
Σε
ένα νεαρό
επιστήμονα τον
Θανάση
Καμπαγιάννη οφείλεται
η
κατατοπιστική
μελέτη για τα
πρώτα χρόνια
της ιστορίας
του εργατικού
συνδικαλιστικού
κινήματος της
χώρας μας με το
μακρόσυρτο
τίτλο «Το εργατικό
συνδικαλιστικό
κίνημα στην
Ελλάδα 1918-1926. Οι
απεργίες, τα
συνέδρια της
ΓΣΕΕ και η
οργανική σύνδεση
με το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ». Η
συγκεκριμένη
επιστημονική
εργασία
εκπονήθηκε στο
πλαίσιο του
Προγράμματος
Μεταπτυχιακών
Σπουδών του
τμήματος
Πολιτικής
Επιστήμης και
Ιστορίας του
Παντείου
Πανεπιστημίου.
Ο
μελετητής
προσέτρεξε σε
πληθώρα πηγών
και αναζήτησε
τα τεκμήρια
έρευνάς του
στα αρχεία και
τις βιβλιοθήκες
πολλών
ιδρυμάτων και
φορέων, από τη Βιβλιοθήκη
της Βουλής και
την Εθνική
Βιβλιοθήκη, ως
και τα αρχεία
των Εμπορικών
και
Βιομηχανικών
Επιμελητηρίων
και Εργατικών
Κέντρων.
Ο
Θανάσης
Καμπαγιάννης
δεν αποκρύπτει
την οργανική
του σύνδεση με
την υπόθεση
της εργατικής
τάξης, όπως ο
ίδιος την
κατανοεί,
χωρίς ωστόσο,
αυτό να έρχεται
σε αντίθεση με
την επιστημονική
του ιδιότητα.
Απεναντίας, θα
μπορούσαμε να
ισχυρισθούμε
ότι η
στράτευσή του
αυτή του
παρέχει ένα
επιπλέον
κίνητρο για να
εντρυφήσει με
μεγαλύτερη
σπουδή στις
πηγές και στην
αναζήτηση των
ιστορικών
συμφραζομένων
της περιόδου.
Ετσι, το
πρωτογενές
αρχειακό υλικό
επί του οποίου
στηρίζεται το
βιβλίο είναι άφθονο
και βλέπει για
πρώτη φορά το
φως της δημοσιότητας.
Και μόνο αυτό
το στοιχείο
καθιστά τη μελέτη
του Θανάση
Καμπαγιάννη
άξια λόγου.
Οσοι
ενδιαφέρονται
για την
ιστορία του
εργατικού
συνδικαλιστικού
κινήματος
έχουν τώρα στη
διάθεσή τους
ένα σημαντικό πόνημα
που παρέχει
πολύτιμες
πληροφορίες
και χρήσιμα
συμπεράσματα
για τα νηπιακά
βήματα του οργανωμένου
συνδικαλιστικού
κινήματος. Αν
και η οπτική
στενεύει
εξαιτίας της
επικέντρωσης
της έρευνας
στο εργατικό κίνημα
της Αθήνας και
του Πειραιά,
κυρίως του δεύτερου,
για το οποίο ο
Καμπαγιάννης
φέρνει στο φως σημαντικότατο
ιστορικό
υλικό, δεν
λείπουν οι αναφορές
για το
εργατικό
κίνημα και σε
άλλες πόλεις της
χώρας, όπως η
Θεσσαλονίκη, η
Νάουσα κλπ.
Ο
Καμπαγιάννης
ψηφιδώνει την
εικόνα της
κοινωνικής
ιστορίας του
τόπου
προσθέτοντας
σημαντικές
ψηφίδες από
την ιστορία
του εργατικού
κινήματος.
Ταυτοχρόνως,
το βιβλίο
θέτει έμμεσα ή
άμεσα μια
σειρά
ερωτήματα που
αφορούν στην
ανάγκη
συστηματικότερης
έρευνας της
συγκεκριμένης
ιστορικής
περιόδου. Ο
συγγραφέας
αναφέρει για
παράδειγμα το
Κίνημα των
Παλαιών
Πολεμιστών και
το κενό που
υπάρχει στην
ιστοριογραφία,
εμείς θα
προσθέταμε τη
στάση του
ελληνικού
καθεστώτος κατοχής
στη Μικρά Ασία
απέναντι στο
εργατικό κίνημα
της περιοχής. Ο
Καμπαγιάννης
αναφέρει την
καταστολή των
εργατικών
κινητοποιήσεων
στη Σμύρνη.
Τούτη η πλευρά
της ιστορίας
αποκρύπτεται
συστηματικά
από την αστική
επιστήμη και
τους
εθνικιστές
συνοδοιπόρους της.
Η
ιστορική
μελέτη του Θ.
Καμπαγιάννη
αποτελεί ένα
δείγμα του
ενδιαφέροντος
που αναδύεται
για την
κοινωνική
ιστορία του
τόπου, κυρίως
από νέους
επιστήμονες
και τούτο
είναι
σημαντικό σε
μια περίοδο
που το λαϊκό
κίνημα και τα
εργατικά
στρώματα
δέχονται ανελέητη
επίθεση από
τις δυνάμεις
του Κεφαλαίου.
Η γνώση της ιστορίας
του εργατικού
κινήματος θα
συνέβαλλε στην
αυτογνωσία της
εργατικής
τάξης και θα
ενδυνάμωνε τη
πίστη των
λαϊκών
στρωμάτων
στους αγώνες
και τη
συλλογική
δράση.
Η
γραφή του
συγγραφέα
είναι στρωτή,
απλή και κατανοητή.
Οι συχνές
παραπομπές σε
πηγές της
εποχής δεν
κουράζουν και
η ροή του
κειμένου είναι
αβίαστη.
Πρόκειται για
ένα
επιστημονικό
σύγγραμμα βατό
για τους
εργαζόμενους.
Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον
παρουσιάζουν
οι φωτογραφίες
των εργατών της
εποχής και
διάφορα
φωτοτυπημένα
έγγραφα-τεκμήρια
της εποχής.
Το
βιβλίο έχει
εκδοθεί σε 1.500
αντίτυπα από
τις εκδόσεις
«Μαρξιστικό
Βιβλιοπωλείο»
και
αποτελείται από
248 σελίδες στις
οποίες
περιλαμβάνεται
και ο ευθύβολος
πρόλογος του
ιστορικού του
εργατικού κινήματος
Δημήτρη
Λιβιεράτου
επιστροφή | περιεχόμενα
| home