ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

 

Το Ισραήλ είναι μαντρόσκυλο και όχι αφεντικό των ΗΠΑ

 

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο «Το Ισραηλινό Λόμπι και η Πολιτική των ΗΠΑ» με συγγραφείς δυο αμερικάνους ακαδημαϊκούς, τον John Mearsheimer και τον Stephen Walt. Η κριτική του Κρις Χάρμαν που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Socialist Review τον περσινό Μάη

 

Ο πόλεμος στο Ιράκ και συνολικότερα το αιματοκύλισμα στη Μέση Ανατολή γεννιούνται από την προσπάθεια του αμερικάνικου καπιταλισμού να επιβάλλει τη παγκόσμια ηγεμονία του. Ομως, υπάρχει και μια άλλη άποψη, την οποία συναντά κανείς τόσο σε κάποιες μικρές μερίδες του αντιπολεμικού κινήματος όσο και στις μουσουλμανικές περιοχές του πλανήτη. Είναι η άποψη που λέει ότι η κινητήρια δύναμη του πολέμου είναι το «εβραϊκό λόμπυ» στις ΗΠΑ.

 

Δυο αμερικάνοι ακαδημαϊκοί, ο John Mearsheimer και ο Stephen Walt, προκάλεσαν ιδιαίτερη αίσθηση όταν ανέπτυξαν μια εκδοχή αυτής της άποψης στο φύλλο της 23 Μάρτη 2006 στη London Review of Books. Υποστηρίζουν ότι το «εβραϊκό λόμπυ» ασκεί αποφασιστική επιρροή στην πολιτική των ΗΠΑ. Οι δυο ακαδημαϊκοί κατηγορήθηκαν ως αντισημίτες. Πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν στέκουν –οι συγγραφείς δεν ταυτίζουν τον επιθετικό Σιωνισμό με τη μεγάλη πλειοψηφία των Εβραίων στις ΗΠΑ οι μισοί σχεδόν από τους οποίους ήταν αντίθετοι στον πόλεμο στο Ιράκ.

 

Ωστόσο, η επιχειρηματολογία τους είναι βαθιά λανθασμένη και όλοι οι σοβαροί αντιπολεμικοί αγωνιστές πρέπει να την απορρίψουν. Αποσπά την προσοχή από τις πραγματικές δυνάμεις που φέρνουν τον πόλεμο και με αυτό τον τρόπο ανοίγει το δρόμο για θεωρίες συνωμοσίας που αποδίδουν όλα τα δεινά του κόσμου σε μια υποτιθέμενη «παγκόσμια εβραϊκή συνωμοσία».

 

Το άρθρο των δυο ακαδημαϊκών ξεκινάει παραθέτοντας στοιχεία που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Γράφουν ότι η βοήθεια που δίνουν οι ΗΠΑ στο Ισραήλ «επισκιάζει τη βοήθεια που έχει δοθεί σε οποιαδήποτε άλλη χώρα» και συνολικά ανέρχεται «στα 140 δισεκατομμύρια δολάρια από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» μέχρι σήμερα. Προσθέτουν επίσης, ότι από το 1982 οι ΗΠΑ έχουν ασκήσει βέτο σε 32 προτάσεις ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τα οποία ήταν επικριτικά για το Ισραήλ, περισσότερα δηλαδή από τα βέτο που έχουν ασκήσει όλα τα υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

Ομως επιμένουν ότι «αυτή η γενναιοδωρία» δεν εκφράζεται επειδή το Ισραήλ αποτελεί «στρατηγικό πλεονέκτημα» για τις ΗΠΑ. Το Ισραήλ μπορεί να εξυπηρέτησε τα αμερικάνικα συμφέροντα στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου αλλά, όπως υποστηρίζουν, δε χρειάζεται πια στις ΗΠΑ. Ο πόλεμος στο Ιράκ και οι απειλές ενάντια στην Συρία και το Ιράν οφείλονται στον ισραηλινό επεκτατισμό που σπρώχνει τις ΗΠΑ σε μια πολιτική υπονόμευσης των πραγματικών στρατηγικών συμφερόντων τους. Αυτά τα συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν καλύτερα αν οι ΗΠΑ υποχρέωναν το Ισραήλ να αποσυρθεί στα σύνορα που είχε το 1948. Κάτι τέτοιο, υποστηρίζουν, θα έκανε ευκολότερη «τη βελτίωση της εικόνας της Αμερικής στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο».

 

Ο μόνος παράγοντας που κατά τους συγγραφείς εμποδίζει αυτήν την εξέλιξη είναι η τεράστια επιρροή που ασκεί το «ισραηλινό λόμπυ». Ενα μεγάλο μέρος του άρθρου αφιερώνεται στην λεπτομερειακή παράθεση των θέσεων-κλειδιών που κατέχουν ένθερμοι Σιωνιστές, όχι μόνο στους κύκλους των νεοσυντηρητικών αλλά και μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα και τη Γερουσία.

 

Επιρροή

 Ομως, αυτή η επιχειρηματολογία έχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Σε κανένα σημείο το άρθρο δεν εξηγεί πως το «ισραηλινό λόμπυ» κατάφερε να ασκεί τόσο αποφασιστική επιρροή. Σίγουρα όχι εξαιτίας των ψήφων των εβραϊκής καταγωγής αμερικανών που μπορεί να κινητοποιήσει αυτό το «λόμπυ». Τα 30 εκατομμύρια Λατινοαμερικάνοι που ζουν σήμερα στις ΗΠΑ δεν είχαν ποτέ τέτοια επιρροή ούτε τα εκατομμύρια των ιρλανδικής καταγωγής.

 

Για ποιο λόγο, οι επικεφαλής των αμερικάνικων πολυεθνικών, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι Εβραίοι, αποδέχονται να ασκεί τόσο μεγάλη επιρροή μια μικρή ομάδα φανατικών Σιωνιστών; Ο λόγος για τον οποίο αυτά τα βάθρα του αμερικάνικου καπιταλισμού, ανεξαρτήτως θρησκείας και εθνικής καταγωγής, υποστηρίζουν το Ισραήλ και μια επιθετική πολιτική στη Μέση Ανατολή είναι ότι θεωρούν ότι μ’ αυτό τον τρόπο εξυπηρετούνται τα συμφέροντά τους.

 

Εχουν επενδύσεις και αγορές σε όλο τον κόσμο. Οσο η παγκοσμιοποίηση επιταχύνεται τόσο περισσότερο στηρίζονται στην ισχύ του αμερικάνικου κράτους για να προστατέψουν τα συμφέροντά τους. Η Μέση Ανατολή που είναι το κέντρο της παραγωγής πετρελαίου, είναι ένα κρίσιμο πεδίο αυτής της αναμέτρησης.

 

Στη Μέση Ανατολή υπάρχουν πολλές φιλο-αμερικάνικες κυβερνήσεις. Ομως, συνήθως, δε διαθέτουν τον βαθμό της λαϊκής υποστήριξης που θα εξασφάλιζε μια μακρόχρονη σταθερότητα για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Η αμερικάνικη άρχουσα τάξη θυμάται τις επαναστάσεις στην Αίγυπτο το 1952, στο Ιράκ το 1958, στη Λιβύη το 1969 και στο Ιράν το 1979. Επίσης, κυβερνήσεις αυτής της περιοχής μπορούν να δίνουν προτεραιότητα στις οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα, την Ευρώπη, την Ιαπωνία ή την Ρωσία απέναντι στις ΗΠΑ.

 

Το κράτος του Ισραήλ, όμως, δεν έχει άλλη επιλογή από το να στηρίζεται στην προστασία που του παρέχουν οι ΗΠΑ. Το Ισραήλ πληρώνει πρόθυμα για αυτή την προστασία ταυτιζόμενο με τα αμερικάνικα συμφέροντα σε όλη την περιοχή. Και οι δυο, φοβούνται κινήματα που θέλουν να ενώσουν τους λαούς της Μέσης Ανατολής ενάντια στην υποταγή στ΄ αμερικάνικα συμφέροντα. Το Ισραήλ είναι το πρόθυμο μαντρόσκυλο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

 

Βεβαίως, ένα μαντρόσκυλο μπορεί να έχει επιθυμίες διαφορετικές από του αφεντικού του. Θέλει να το ταϊζουν ακόμα και αν το αφεντικό προτιμά να χρησιμοποιήσει τα «τρόφιμά» του με άλλο τρόπο. Κατά τον ίδιο τρόπο, το κράτος του Ισραήλ εφαρμόζει στα Κατεχόμενα μια επιθετική πολιτική η οποία δεν ανταποκρίνεται στα άμεσα συμφέροντα του αμερικάνικου καπιταλισμού. Οι ΗΠΑ, όμως, ανέχονται μια τέτοια συμπεριφορά επειδή τη βλέπουν σαν το αντίτιμο για να έχουν ένα σύμμαχο της απόλυτης εμπιστοσύνης τους.

 

Η άρχουσα τάξη των ΗΠΑ βλέπει το Ισραήλ σαν μια αμερικάνικη βάση, σχεδόν σαν κομάτι του εθνικού της εδάφους. Γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν έχει καμιά αντίρρηση να κατέχουν σημαντικές θέσεις στο πολιτικό κατεστημένο οι πιο ένθερμοι υποστηριχτές του ισραηλινού επεκτατισμού.

 

Οσοι θεωρούν ότι πίσω από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό βρίσκεται το «ισραηλινό λόμπυ» αντιστρέφουν την πραγματικότητα. Τέτοιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός των ΗΠΑ μπορεί να εξασφαλίσει τα παγκόσμια συμφέροντά του χωρίς να καταφεύγει σε μιλιταριστικές, ιμπεριαλιστικές περιπέτειες –χωρίς μαντρόσκυλα. Με τέτοιες θέσεις ανοίγουν το δρόμο σε όλους αυτούς που μιλάνε για συνωμοσίες από εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες για να απαλλάξουν τον καπιταλισμό από την ντροπή των εγκλημάτων του.

 

 

 

Πολύτιμες σελίδες του κινήματος

 

Κάποιες από τις «Μεγάλες Ωρες της Εργατικής Τάξης» παρουσιάζει ο Δημήτρης Λιβιεράτος με το ομώνυμο βιβλίο που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Προσκήνιο. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο ΕΚΑ ανάμεσα στο 1910 και 1916, στο Εργατικό ΕΑΜ το 1941 και στον ΕΡΓΑΣ, την συνδικαλιστική παράταξη της Αριστεράς το 1945.

 

Ο Δημήτρης Λιβιεράτος έχει γράψει πολλά βιβλία για την ιστορία του εργατικού κινήματος και των αγώνων του από το 1918 και μετά. Στον επίλογο αυτού του βιβλίου σημειώνει «Αυτούς τους αγώνες προσπάθησα να περιγράψω τα τελευταία 50 χρόνια της επίπονης συγγραφικής μου δραστηριότητας. Οσο προχωρούσα καινούργιοι ορίζοντες ανοιγόντουσαν. Η καινούργια γενεά χρειάζεται επίσης να συνεχίσει. Πρόκειται για έργο που δεν τελειώνει αλλά συνεχίζεται, για να βοηθήσει με τη σειρά του τους καινούργιους αγώνες των εργαζομένων».

 

Στην περίπτωση του ΕΚΑ, ο Δ. Λιβιεράτος κάνει κάτι περισσότερο από το να περιγράφει, διασώζει μια άγνωστη σελίδα των πρώτων βημάτων του εργατικού κινήματος. Το υλικό που χρησιμοποιεί προέρχεται από το αρχείο του Εργατικού Κέντρου της περιόδου, που διασώθηκε από τον βετεράνο συνδικαλιστή Λευτέρη Χατζηανδρέου ο οποίος και τα παρέδωσε στο ΕΚΑ το 2001.

 

Πάρα πολλά έχουν αλλάξει από το 1910. Ομως, η παρακάτω περιγραφή θυμίζει έντονα σημερινές διαμάχες και διλήμματα: «Στις 17 Ιουνίου 1910 συνέρχονται τα Διοικητικά Συμβούλια των Σωματείων να αποφασίσουν πρακτικά μέτρα διαμαρτυρίας κατά των κυβερνητικών επιθέσεων. Μερικοί λένε ότι η περίοδος είναι κρίσιμη λόγω των εθνικών ζητημάτων που υπάρχουν. Ο Π. Αθηναίος Γραμματέας του Κέντρου και αντιπρόσωπος των Τυπογράφων ‘λέγει ότι δεν βλέπει τον λόγο διότι ημείς να υποχωρούμεν προ του φάσματος των εθνικών ζητημάτων, ενώ η κυβέρνησις δεν παραλείπει να συλλαμβάνη και αδικεί τους εργάτες εκάστοτε’».

 

Εξίσου πολύτιμες είναι οι περιγραφές και τα στοιχεία για τη δράση του Εργατικού ΕΑΜ και του ΕΡΓΑΣ την περίοδο της Αντίστασης και στην περίοδο μετά τον Δεκέμβρη του 1944. Να για παράδειγμα η περιγραφή της διαδήλωσης που «έκλεισε» το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ στις 10 Μάρτη του 1946, το συνέδριο που η αριστερά κέρδισε την συντριπτική πλειοψηφία. «Οχι μόνο γέμισε ασφυκτικά το στάδιο του Παναθηναϊκού της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, αλλά οι συγκεντρωμένοι απέξω έφταναν μέχρι την οδό Ιπποκράτους από τη μια μεριά και τους Αμπελόκηπους από την άλλη. Στο τέλος επακολούθησε και διαδήλωση για μερικές ώρες προς το κέντρο της Αθήνας. Μπροστά στον τεράστιο όγκο που υπήρχε, η αστυνομία δεν μπόρεσε να επέμβει και να δημιουργήσει επεισόδια όπως συνήθως γίνονταν με τις εργατικές συγκεντρώσεις». Ενα τέτοιο μεγαλειώδες κίνημα, αμέσως μετά την στρατιωτική ήττα του Δεκέμβρη, οδήγησε στη συντριβή η ηγεσία του ΚΚΕ.

 

Το βιβλίο του Δ. Λιβιεράτου είναι πολύτιμο για τους αγωνιστές του σήμερα. Γιατί όπως σημειώνει ο ίδιος στις πρώτες σελίδες: «Το καπιταλιστικό καθεστώς δεν μπόρεσε να βελτιώσει την κοινωνική κατάσταση. Σιγά-σιγά και στην αποσύνθεσή του προκαλεί όλο και μεγαλύτερες καταστροφές. Ας γίνει λοιπόν η ιστορία μοχλός προώθησης μιας καλύτερης κοινωνίας».

 

 

 

επιστροφή          home